Η υπενθύμιση των πραγματικών γεγονότων θεωρείται επιβεβλημένη. Όχι για να πληγεί το έργο ενός σημαντικού κατά τα άλλα Έλληνα πολιτικού, αλλά για να έρθουν στο φως τα επιβλαβή προηγούμενα του παρελθόντος, πριν επαναληφθούν από επίδοξους μιμητές
Ο εκλιπών πρώην Πρωθυπουργός, Κώστας Σημίτης, υπήρξε σημαντική πολιτική προσωπικότητα που κυβέρνησε τη χώρα για μια οκταετία. Με νωπή την εκδημία του, προσήκει καταρχάς ο οφειλόμενος σεβασμός στη μνήμη του, δεδομένου ότι κάθε πολιτικός αποτιμάται αντικειμενικότερα από την Ιστορία μετά πάροδο ετών. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά την εξωτερική του πολιτική, υπό άλλες συνθήκες θα αποτελούσε αντικείμενο ενασχόλησης των ιστορικών του μέλλοντος. Ωστόσο κρίνεται χρήσιμη μια σύντομη αξιολόγηση επειδή -αν και πολιτικός αντίπαλος της (τότε) Νέας Δημοκρατίας- η στρατηγική του στα ελληνοτουρκικά λειτουργεί τα τελευταία χρόνια ως πρότυπο για πολλούς στο κυβερνών κόμμα.

Ο Κώστας Σημίτης πιστώνεται ως προσωπική του επιτυχία κυρίως την ένταξη της χώρας στο ευρώ και την ΟΝΕ και την εξ αυτής οικονομική και νομισματική σταθεροποίηση. Σε αντίθεση με τις ευρωφοβικές τάσεις και τα ηχηρά «βέτο» του Ανδρέα Παπανδρέου, ήταν βαθιά προσηλωμένος στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και επιδίωξε τον «εξευρωπαϊσμό» της χώρας μέσω του «εκσυγχρονιστικού» ΠΑΣΟΚ.
Σε ό,τι αφορά στα ελληνοτουρκικά, οδήγησε το κόμμα του από το ένα άκρο στο άλλο. Υπό το βάρος της εθνικής ήττας στα Ίμια αντικατέστησε το παπανδρεϊκό δόγμα της ακινησίας («δεν συνομιλούμε», «δεν παραχωρούμε τίποτα, δεν διεκδικούμε τίποτα»), με τις «διερευνητικές επαφές» ανοιχτής θεματολογίας. Αυτές ωστόσο εξελίχθηκαν ουσιαστικά σε οιονεί προ-διαπραγμάτευση επί τουρκικών διεκδικήσεων (ελλείψει αντίστοιχων ελληνικών) – ακόμη και του δικαιώματος επέκτασης των χωρικών υδάτων, δίχως μάλιστα ανταλλάγματα.
Ο Κ. Σημίτης, ανέλαβε -άπειρος περί τα εξωτερικά- τη διακυβέρνηση της χώρας εν μέσω της εξελισσόμενης κρίσης των Ιμίων και δεν ευτύχησε να λάβει ορθές /συνετές συμβουλές κατά τις κρίσιμες ώρες. Προέβη ως εκ τούτου στη στρατιωτικοποίηση της αντιπαράθεσης με την έξοδο του στόλου στο Αιγαίο. Ως αποτέλεσμα των λανθασμένων χειρισμών οι δύο στόλοι αντιπαρατάχθηκαν και Τούρκοι κομάντος κατέλαβαν ελληνική βραχονησίδα, οδηγώντας τον Πρωθυπουργό προ του διλήμματος, είτε να επανακαταλάβει στρατιωτικά το εθνικό έδαφος, είτε να προσφύγει σε αμερικανική μεσολάβηση. Εκ πεποιθήσεως πολέμιος της χρήσης βίας, προτίμησε το δεύτερο με αποτέλεσμα τη λύση «ισομερούς» απεμπλοκής (no ships, no flags, no troops) και το «γκριζάρισμα» της εθνικής κυριαρχίας. Ακολούθησε η θεωρία των «γκρίζων ζωνών» η οποία αμφισβητεί έκτοτε έμπρακτα την ελληνικότητα 158(;) νησίδων (ορισμένων μάλιστα κατοικημένων) του Αιγαίου, που αναμφίβολα από πλευράς διεθνούς δικαίου ανήκουν στη χώρα μας.
Η συγκεκριμένη στρατιωτική και διπλωματική ελληνική ήττα, ανέτρεψε βασικά δεδομένα των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Για πρώτη φορά η Τουρκία αμφισβήτησε έμπρακτα ελληνικό έδαφος και μάλιστα ατιμωρητί, αφού η διεθνής υποστήριξη στην άποψη της Αθήνας υπήρξε αναιμική ή και ανύπαρκτη. Επιπλέον, η αμφισβήτηση νησιών υπονόμευσε καίρια την ελληνική στρατηγική προσφυγής στη Χάγη για την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας. Πώς θα οριοθετούσε πλέον το Διεθνές Δικαστήριο θαλάσσιες ζώνες χωρίς να υπεισέλθει (υπό τουρκική πίεση) σε προηγούμενη εξέταση της αμφισβητούμενης από την Άγκυρα ελληνικής κυριαρχίας επί των νησιών, με βάση τα οποία θα χαραχθεί η οριοθέτηση;
Τις κυβερνήσεις Κ. Σημίτη δεν απασχόλησε καν η έννοια/σημασία της ΑΟΖ (παρότι η Βουλή είχε ήδη κυρώσει τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας) και δεν επιχειρήθηκε οριοθέτηση με οποιαδήποτε άλλη γειτονική χώρα – όπως αντίθετα έπραξε η επόμενη κυβέρνηση Κώστα Καραμανλή. Επιπλέον, απότοκα της φοβικότητας μετά τα Ίμια ήταν η Συμφωνία της Μαδρίτης που αναγνώριζε «ζωτικά συμφέροντα» της Τουρκίας στο Αιγαίο, το φιάσκο με την εξευτελιστική παράδοση του Κούρδου ηγέτη Ocalan στην Τουρκία, και τελικά η απόφαση της ΕΕ στο Ελσίνκι το 1999, που μάλιστα παρουσιάζεται παραπλανητικά ως «ιστορική επιτυχία» της χώρας. Σύμφωνα με τους υποστηρικτές της, αφενός η ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας αποσυνδεόταν από προηγούμενη επίλυση του Κυπριακού προβλήματος και αφετέρου η Τουρκία «υποχρεωνόταν να προσφύγει στη Χάγη».
Η απόφαση της ΕΕ του Ελσίνκι, αν και ελήφθη «εντός έδρας» -από το όργανο δηλαδή τις αποφάσεις του οποίου επαιρόμαστε ότι συνδιαμορφώνουμε- απείχε παρασάγγας από ιστορική επιτυχία, αφού επέβαλε περισσότερους όρους σε Ελλάδα και Κύπρο από ό,τι στην Τουρκία. Συγκεκριμένα, ο Κώστας Σημίτης πιστώνεται -επιεικώς και εξ ημίσεως μόνο- την ένταξη της Κύπρου στην ΕΕ. Κι αυτό γιατί παρά τη θετική αποσύνδεση της ένταξης από τη λύση, ο ίδιος ενεργά επιδίωξε όχι την ένταξη της Κυπριακής Δημοκρατίας (ως όφειλε), αλλά του δικέφαλου νέου κράτους, του τερατουργήματος «Κύπρος» που δημιουργούσε το Σχέδιο Ανάν. Χρειάστηκαν οι κυβερνητικές ανατροπές του 2004 σε Αθήνα και Λευκωσία και το απορριπτικό δημοψήφισμα των Ε/Κ για να αποτραπεί η επικυριαρχία της Τουρκίας επί του Κυπριακού Ελληνισμού.
Ακόμη δυσμενέστερη ήταν η έκκληση της ΕΕ -με ελληνική επιμονή- προς την Άγκυρα, όχι να οριοθετήσει υφαλοκρηπίδα /ΑΟΖ στο Αιγαίο σύμφωνα με το δίκαιο της θάλασσας και τα συναφή δικαιώματα των νησιών (τμήμα άλλωστε του υποχρεωτικού ενωσιακού κεκτημένου), αλλά να …σύρει την Ελλάδα στο Διεθνές Δικαστήριο για κάθε «συνοριακή και συναφή διαφορά» που θα επέλεγε η ίδια («όλα στη Χάγη»).
Οι «αποφάσεις του Ελσίνκι» προκαλούν τα τελευταία χρόνια -κατά διαστρέβλωση των ιστορικών δεδομένων- τον θαυμασμό πολλών αναλυτών και πολιτικών. Ενόψει μιας πολύπλευρα ισχυροποιούμενης Τουρκίας που ροκανίζει συστηματικά τα ελληνικά δικαιώματα και διεκδικήσεις σε Αιγαίο και Αν. Μεσόγειο, η υπενθύμιση των πραγματικών γεγονότων θεωρείται επιβεβλημένη. Όχι για να πληγεί το έργο ενός σημαντικού κατά τα άλλα Έλληνα πολιτικού, αλλά για να έρθουν στο φως τα επιβλαβή προηγούμενα του παρελθόντος, πριν επαναληφθούν από επίδοξους μιμητές.



