Παγκόσμια πρωτοτυπία η ιεραποστολική μας αφοσίωση στο διεθνές δίκαιο ως όπλου-πανάκειας στον επικίνδυνο κόσμο του «δικαίου του ισχυρού» που αναδύεται. Και παράλληλα να μην το αξιοποιείς, να χλευάζεις τα (τελικά κερδοφόρα) παζάρια της Τουρκίας και να πιστεύεις ότι θα αποτραπεί από τη Διακήρυξη των Αθηνών!

Συμπληρώνεται φέτος μισός αιώνας αυξανόμενων προβλημάτων με την Τουρκία. Η χώρα μας κινείται με σχεδόνιεραποστολική αφοσίωση στο διεθνές δίκαιο χλευάζοντας τα «ανατολίτικα παζάρια» της Άγκυρας. Πιστεύει προφανώς ότι από μόνες τους οι συχνά ασαφείς διατάξεις του αρκούν για την επιτυχή αντιμετώπιση γειτόνων όπως η Τουρκία ή η Λιβύη. Αναμένοντας όμως παθητικά από τον «Άη Βασίλη» του διεθνούς δικαίου να μας επιλύσει αυτόματα κάθε πρόβλημα δεν αξιοποιούμε ούτε τις πρόνοιες του δικαίου της θάλασσας, αλλ’ούτε τα διεθνή διπλωματικά μας ερείσματα και πλεονεκτήματα, υποσκάπτοντας έτσι αντί να προωθούμε τα συμφέροντά μας.

Παγκόσμια πρωτοτυπία αποτελεί κατά πρώτον να ομνύουμε στο όνομα του διεθνούς δικαίου της θάλασσας και να μην το αξιοποιούμε. Εκκρεμεί ακόμη η έκδοση ΠΔ για την πιο “απρόσκοπτη” οριοθέτηση ΑΟΖ με την Ιταλία. Μετά από δεκάδες συναντήσεις με την Αίγυπτο δεν διαφαίνεται συμφωνία ανατολικά της Ρόδου, δεν προκηρύξαμε θαλασσοτεμάχια στην οριοθετημένη μαζί της από το 2020 ΑΟΖ μας και δεν την υπερασπιστήκαμε όταν οι τουρκικές φρεγάτες εκδίωξαν ερευνητικά σκάφη προπαρασκευαστικά του EastMed. Αποκηρύξαμε μονομερώς τον Χάρτη της Σεβίλης μετά από λυσσαλέα πολεμική της Άγκυρας και δεν καταθέσαμε ποτέ τις θέσεις μας. Απόντες εξακολουθούμε να είμαστε και από τη Λιβύη, παγιδευμένοι σε στενά νομικές εμμονές την ώρα που η Τουρκία καλπάζει βάσει του «διεμβολισμένου» Μνημονίου και η Ιταλία επιχειρεί να «ροκανίσει» από τα δυτικά την ΑΟΖ της Κρήτης. Προτεραιότητά μας δεν είναι η φλυαρία περί του κόλπου της Σύρτης, αλλά η κατάθεση των συντεταγμένων της ΑΟΖ της Κρήτης συνδέοντας με συνεχή μέση γραμμή το ανατολικότερο σημείο του Χάρτη Μανιάτη με το δυτικότερο της ήδη οριοθετημένης ΑΟΖ με την Άιγυπτο.
Ενώπιον ενός νέου, βιαιότερου και αναθεωρητικού κόσμου που ανέτειλε, η Ελλάδα, αντί πολύπλευρων αναπροσαρμογών πορείας, ελπίζει ανιστόρητα ότι με γενικόλογες Διακηρύξεις περί του διεθνούς δικαίου και συμφωνίες «θετικής ατζέντας», θα εξευμενίσει τον απειλητικό γείτονα ο οποίος «θα συνέλθει και βλέποντας το πραγματικό συμφέρον του θα αποσύρει τις διεκδικήσεις του»! Με παρόμοιες εκτιμήσεις οδηγούμαστε όμως στο ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα : αποδυναμώνονται καθημερινά τα συγκριτικά μας πλεονεκτήματα και ανοίγει ακόμη περισσότερο η όρεξη της Τουρκίας.
Είναι χαρακτηριστική η μονομερής μας απογύμνωση από τα ισχυρότερα διαπραγματευτικά μας όπλα, αφού μετά διετή αντίσταση αποδεχθήκαμε την τουρκική θέση για διάλογο «χωρίς την παρεμβολή τρίτων». Η τεράστια αυτή αλλαγή πλεύσης οδήγησε πχ. στη μονομερή παραίτησή μας από ουσιαστικό ρόλο/αντάλλαγμα στο θέμα των F-16 και των 900 πυραύλων που τα συνοδεύουν. Από τον εξαίρετο λόγο του Πρωθυπουργού στο Κογκρέσο διολισθήσαμε σε θέση αφωνίας («πρόκειται για «θέμα ΗΠΑ-Τουρκίας»). Οδηγούμαστε έτσι στο τέλος των ψευδαισθήσεων με υπερεξοπλισμό της γείτονος χωρίς αποτελεσματικούς όρους περικοπής της επιθετικότητάς της, με πιθανότερη κατάληξη επιστολές ευχολογικών διαβεβαιώσεων από τον κ.Μπλίνκεν. Χάνονται έτσι κατά τα φαινόμενα ουσιαστικότερα ανταλλάγματα που μπορούσαν να επιδιωχθούν και μάλιστα συμφέρουν τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ – αλλά και δικαιούμαστε κατά τους ισχυρισμούς μας ως «προμαχώνας στρατηγικής σημασίας». Τέτοια θα ήταν πχ. η άρση κάθε τουρκικής αμφισβήτησης ελληνικού εδάφους με παράλληλη μάλιστα αύξηση – και όχι μείωση-του στρατιωτικού μας (εμφανιζόμενου ως νατοϊκού) αποτυπώματος στο Αν. Αιγαίο.
Παρόμοια αυτοπαραίτηση παρατηρείται και από οποιονδήποτε ενεργό ρόλο στην κυοφορούμενη νέα ειδική σχέση ΕΕ- Τουρκίας. Ελλάδα και Κυπριακή Δημοκρατία, συναλλακτικά και επισείοντας το δικαίωμα βέτο (όπως όλοι), θα έπρεπε να αξιοποιήσουν τη μεγάλη ανάγκη της Άγκυρας για οικονομική, τεχνολογική και πολιτική στήριξη προκειμένου να εξασφαλιστούν κρίσιμα ανταλλάγματα για κερδοφόρες διευθετήσεις στο Αιγαίο, στην Αν. Μεσόγειο και στο Κυπριακό.
Η χώρα μας οφείλει επιτέλους  να συνειδητοποιήσει ότι η ακολουθούμενη στρατηγική της από τίποτε δεν απέτρεψε την Τουρκία και να κινηθεί επιτέλους συναλλακτικά όσο ακόμη τα όπλα της και οι υδρογονάνθρακες έχουν αξία. Χρειάζεται επίσης μιά ρεαλιστική επικαιροποίηση των απόλυτων απόψεών της περί του διεθνούς δικαίου ως όπλου-πανάκειας δια πάσαν νόσο στον επικίνδυνο κόσμο του «δικαίου του ισχυρού» που αναδύεται. Η αυτοπαραίτηση σε συνάρτηση με διαλόγους χωρίς θέσεις,όρους, κέρδη και εγγυήσεις εγκυμονούν κινδύνους και βοηθούν μόνο στη δικαιολόγηση πρόχειρων περικοπών σε ακόμη πιο απαραίτητα εξοπλιστικά προγράμματα και στη ράθυμη μετάθεση των δύσκολων αποφάσεων στους μελλοντικούς χειριστές υπό χειρότερες συνθήκες.