Αν η αποτροπή μας είναι πράγματι ισχυρή, αν η πολιτική μας είναι πράγματι αποτελεσματική, τότε θα έπρεπε η Τουρκία να έχει παραιτηθεί από τα σχέδιά της. Αντίθετα όμως την βλέπουμε καθημερινά να διευρύνει απτόητη τις διεκδικήσεις της σε βάρος μας και να εκμεταλλεύεται τη δική μας αδράνεια (λόγω της ψευδαίσθησης ότι θα συμμορφωνόταν με το ευχολόγιο της Διακήρυξης των Αθηνών).

Δυστυχώς, τελικά, κανένα σχέδιό της εναντίον του Ελληνισμού δεν εμποδίζεται  ή ακυρώνεται! Όπερ σημαίνει πολύ απλά ότι προεξοφλεί την αφωνία και αδράνειά μας και αναμένει τη μέρα κατά την οποία θα αναβαθμίσει τα τετελεσμένα της σε Συμφωνία…

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο το οποίο περικόπηκε κατά την εκφώνηση λόγω πίεσης χρόνου.
Κύριε Πρόεδρε Κώστα Καραμανλή,
Κύριε Πρόεδρε Αντώνη Σαμαρά,
Εκλεκτοί επίσημοι
Κυρίες και κύριοι
Την περίοδο 2004-2009 ακολουθήθηκε από τον τότε Π/Θ Κώστα Καραμανλή, βάσει σχεδίου μια αποτελεσματική εξωτερική πολιτική με τα εξής κύρια χαρακτηριστικά:
1.Ευρωπαικός/δυτικός προσανατολισμός και αξιοποίηση της συμμετοχής μας στην ΕΕ ή στο ΝΑΤΟ για την επίλυση των ε/τ, του Κυπριακού και των σχέσεων με γείτονες και για την αποτρεπτική ενίσχυση των ελληνικών συνόρων ως εξωτερικών ορίων της Ευρώπης (μέσω  πρωτοβουλιών για ίδρυση ευρωπαικής Ακτοφυλακής και περιπολιών της Frontex κατά μήκος των ε/τ συνόρων, κ.ά.).
2. Ο δυτικός προσανατολισμός δεν εμπόδισε τον ΚΚ  να θέσει υπεράνω όλων το εθνικό συμφέρον και να περαμερίσει τις ρομαντικές ιδεοληψίες πως «ό,τι είναι καλό για την Ευρώπη/ΝΑΤΟ είναι αυτόματα θετικό και για την Ελλάδα». Γι αυτό και είχε το ανάστημα να αντισταθεί σε αφόρητες πιέσεις και να αποτρέψει στο Βουκουρέστι την είσοδο στο ΝΑΤΟ του βόρειου γείτονά μας ώστε να καμφθεί η ανιστόρητη αδιαλλαξία του.
3. Ο δυτικός προσανατολισμός δεν εμπόδισε τον ΚΚ να αξιοποιήσει κάθε κερδοφόρα ευκαιρία για τη χώρα, όπως οι συμφωνίες με τη Ρωσία που θα καθιστούσαν την Ελλάδα ενεργειακό κόμβο στη θέση της Τουρκίας (αγωγοί Μπουργκάζ-Αλεξ/πολη και Southstream), ή η συμφωνία με την Κίνα για το λιμάνι του Πειραιά.
4.Στην πιο σημαντική πρόκληση της εξωτερικής και αμυντικής μας στρατηγικής, δηλ. στα ε/τ και το Κυπριακό, ο Κώστας Καραμανλής πέτυχε να συνδυάσει πραγματικά «ήρεμα νερά» με την αδιάλειπτη προώθηση των εθνικών συμφερόντων:
—Αντίθετα με όσους ήθελαν ουσιαστικά να εκχωρήσουν ολόκληρη την Κύπρο υπό τουρκικό έλεγχο με το δικέφαλο κράτος του Σχεδίου Ανάν,  στήριξε αποφασιστικά τον Κυπριακό Ελληνισμό στην επιλογή του Όχι.
—Αντιτάχθηκε στις πρόνοιες των συμφωνιών του Ελσίνκι με τις οποίες η ΕΕ, όχι μόνο δεν μας στήριζε έμπρακτα απέναντι στην Τουρκία, αλλά την καλούσε να μας «σύρει» στη Χάγη για όποιο ζήτημα εκείνη θα επέλεγε: δηλ. να αποφασίσουν ξένοι δικαστές αν τα νησιά μας είναι πράγματι ελληνικά και αν έχουμε δικαίωμα να τα εξοπλίζουμε !
 
—Αντίθετα, σχεδιάσαμε πώς να εγκλωβίσουμε εμείς την Τουρκία σε μια απείρως πιο συμφέρουσα για εμάς διαδικασία οριοθέτησης ΑΟΖ. Αντί δηλ. να την αντιμετωπίζουμε μόνοι, να της επιβάλει η Κομισιόν που διεξάγει τις ενταξιακές διαπραγματεύσεις – και με την Ελλάδα να έχει βέτο σε κάθε στάδιο – να αποδεχθεί το δίκαιο της θάλασσας, δηλ. πχ τα 12 ν.μ., τα δικαιώματα των νησιών κλπ.
 
—Ο Κ.Καραμανλής πίστεψε εξάλλου στον μεγάλο εθνικό στόχο να αποκτήσει η Ελλάδα μια ΑΟΖ 4 φορές όση η έκτασή μας (Σχέδιο Ελλάς επί 4). Δρομολογήσαμε γι αυτό – κάτω από το ραντάρ της Άγκυρας – εντατικές διαπραγματεύσεις με όλους τους γείτονες με πρώτο αποτέλεσμα μια τέλεια συμφωνία με την Αλβανία, ενώ είχαμε φθάσει πολύ κοντά και σε εξαιρετική συμφωνία με τη Λιβύη.
 
—Παράλληλα, έχοντας πλήρη γνώση της τουρκικής απειλής, εργάστηκε για μια ισχυρή και αξιόπιστη αποτροπή με τους κατάλληλους εξοπλισμούς και με ισχυρή συμμαχία με τη Γαλλία που περιελάμβανε και ναυτική βάση της στη Λέρο, δίπλα στα Ίμια.
 
—Τέλος, ο Κώστας Καραμανλής εργάστηκε διακριτικά για την επιστροφή των Ακριτών μας στα μικρότερα νησιά και βραχονησίδες τα οποία είχαν εγκαταλείψει λόγω των δυσκολιών επιβίωσης. Δεν τους απομάκρυνε μέσω θαλασσίων πάρκων υπέρ των γλάρων…
ΤΙ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΚΑΝΟΥΜΕ
15 χρόνια αργότερα πού βρισκόμαστε και τι πρέπει να κάνουμε;
Το θεμελιώδες ερώτημα είναι αν η στρατηγική μας για την αντιμετώπιση της Τουρκίας αποδίδει. 
Συγκρατεί ή ακυρώνει την τουρκική επιθετικότητα;
Παραιτείται η Τ έστω και μιάς από τις επιδιώξεις της;
Κερδίζει η χώρα μας;
Αν η αποτροπή μας είναι πράγματι ισχυρή, αν η πολιτική μας είναι πράγματι αποτελεσματική, τότε θα έπρεπε η Τουρκία να έχει παραιτηθεί από τα σχέδιά της. Αντίθετα όμως την βλέπουμε καθημερινά
—να διευρύνει απτόητη τις διεκδικήσεις της σε βάρος μας και
—να εκμεταλλεύεται τη δική μας αδράνεια (λόγω της ψευδαίσθησης ότι θα συμμορφωνόταν με το ευχολόγιο της Διακήρυξης των Αθηνών).
Δυστυχώς, τελικά, κανένα σχέδιό της εναντίον του Ελληνισμού δεν εμποδίζεται  ή ακυρώνεται! 
Όπερ σημαίνει πολύ απλά ότι προεξοφλεί την αφωνία και αδράνειά μας και αναμένει τη μέρα κατά την οποία θα αναβαθμίσει τα τετελεσμένα της σε Συμφωνία…
Προφανώς η χώρα μας έκανε τα τελευταία χρόνια σημαντικά βήματα σε ορισμένους τομείς των εξοπλισμών και συνήψε σημαντικές στρατηγικές συμφωνίες όπως με τη Γαλλία, ή για ΑΟΖ με την Αίγυπτο.
Δεν επαρκούν όμως όταν την ίδια περίοδο η τουρκική πολεμική μηχανή γιγαντώνεται, ο αναθεωρητισμός συνόρων εξαπλώνεται ατιμωρητί  και οι διεκδικήσεις του κ.Ερντογάν ξεπέρασαν κάθε όριο παραφροσύνης με την αμφισβήτηση της ελληνικότητας και του δικαιώματος άμυνας όλων των νησιών του Αν.Αιγαίου, το σχέδιο της «Γαλάζιας Πατρίδας», το Τ/Λ Μνημόνιο, το «θάρθω μια νύχτα ξαφνικά» κ.ά.
Το βέβαιο είναι ότι έναν τέτοιο αντίπαλο δεν τον αντιμετωπίζεις  με επικοινωνιακές «ατάκες» που αποκρύπτουν τη σκληρή και επικίνδυνη πραγματικότητα και αναβάλουν τα δύσκολα προς το μέλλον υπό χειρότερους όρους για τον Ελληνισμό. 
Ουδείς έχει εξηγήσει με ποιόν μαγικό τρόπο θα συνέλθει ξαφνικά από μόνη της η Άγκυρα ή θα πεισθεί να παραιτηθεί από την ιταμή διεκδίκηση ελλαδικού αλλά και κυπριακού εδάφους. 
Με τους εναγκαλισμούς και τη θετική ατζέντα θα υποκύψει ο κ.Ερντογάν στις επιθυμίες μας και αντί για τις 10 τουρκικές διεκδικήσεις θα αποδεχθεί να συζητήσει μόνο τη μία; 
Ή μήπως φανταζόμαστε ένα συνυποσχετικό που με έντεχνο τρόπο θα τα στέλνει «όλα στη Χάγη» και όταν 10 χρόνια αργότερα προκύψουν δυσάρεστα αποτελέσματα θα ψάχνουμε ποιος έφταιξε;
Δεν είναι αστήρικτοι οι ενδοιασμοί για την Χάγη. Αποτελούμε ίσως τη μοναδική χώρα στον πλανήτη που διατυμπανίζει ως μοναδικό κριτήριο της διεθνούς της συμπεριφοράς το διεθνές δίκαιο και όχι την προώθηση του εθνικού συμφέροντος. Αναμένουμε παθητικά επί ήδη 50 χρόνια από το Διεθνές Δίκαιο – εν είδει Άη Βασίλη -να μας λύσει αυτόματα όλα τα προβλήματα!
Ειδικά όταν βαδίζουμε ήδη προς ένα ιδιαίτερα ασταθή και επικίνδυνο κόσμο και η διεθνής δικαιοσύνη δεν σε προστατεύει επαρκώς, μένεις πίσω, όταν αγωνίζεσαι με τον σταυρό στο χέρι («ακολουθούμε αποκλειστικά πολιτική αρχών» και όχι «συναλλακτική» ή «ιδιοτελή»).
Αντίθετα, δεν παραχωρείς τίποτε χωρίς αντάλλαγμα και, ναι, σκέπτεσαι με εθνική ιδιοτέλεια. Προετοιμάζεσαι έτσι αρτιότερα για την εμφανή διεθνή αταξία η οποία ανέτειλε και τις φιλοδοξίες ορισμένων να επιβάλουν το δίκαιο του ισχυρού επί των γειτόνων τους. 
Ούτε οι οποιοδήποτε διάλογοι λύνουν τα προβλήματα. Ναι, είναι προτιμότεροι από τη σύγκρουση, αλλά όταν προσερχόμαστε χωρίς θέσεις, όρους, κανόνες και συμμάχους κινδυνεύουν να οδηγήσουν σε αδιέξοδα ή απώλειες. 
Προβληματικότατη είναι πχ. η αποδοχή εκ μέρους μας του απευθείας διαλόγου με την Τουρκία, «χωρίς τρίτους» —όπως δηλ.τον απαιτεί ο Ερντογάν ώστε να μην αξιοποιήσουμε τα ισχυρά πλεονεκτήματά μας στην ΕΕ και τις ΗΠΑ εναντίον του. Με το «ήπιο κλίμα» κερδίζει χρόνο για να εξασφαλίσει δυτικά όπλα, κονδύλια, τεχνολογία και έξοδο από την απομόνωση, προκειμένου να επιπέσει αργότερα ισχυρότερος κατά του Ελληνισμού.
Εξάλλου, κατά μία ακόμη παγκόσμια πρωτοτυπία μας,  η χώρα μας επιδιώκει οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών της με την Τουρκία χωρίς να αποτυπώνει σε χάρτη τις θέσεις και διεκδικήσεις της! Μάλιστα αποκήρυξε μετά την κρίση του 2020 υπό τουρκική πίεση με επίσημη επιστολή στον ΟΗΕ τον ιδανικό για εμάς Χάρτη της Σεβίλης.
Ο χάρτης αυτός εκπονήθηκε για λογαριασμό της ΕΕ κατ’εφαρμογή της UNCLOS (ΣΔΘ) και απεικονίζει μια ελληνική ΑΟΖ στις 4 θάλασσές μας που φτάνει μέχρι  500.000 τετρ.χλμ. (τέσσερεις φορές μεγαλύτερη από την κατά ξηρά επικράτειά μας).
Κατά συνέπεια, απέναντι σε ένα γείτονα ο οποίος επίσημα διεκδικεί έδαφός σου και ενσταλάζει πολεμοχαρές μίσος, ακόμη και στα σχολεία του, οφείλουμε να κάνουμε πολύ περισσότερα!
Οφείλουμε
να αποκτήσουμε άμεσα ένα ρεαλιστικά φιλόδοξο και μακροπρόθεσμο σχέδιο μακριά από ιδέες της στιγμής 
—να αντιληφθούμε ότι η εθνική άμυνα και η εδαφική μας ακεραιότητα δεν είναι απλό δημοσιονομικό μέγεθος. Η αποτροπή και η ειρήνη θα εξασφαλιστούν αν με τους κατάλληλους εξοπλισμούς μας και επίδειξη αποφασιστικότητας, πεισθεί ο αντίπαλός μας πως όχι απλά θα αμυνθούμε, αλλά θα του επιφέρουμε τόσο παραλυτικά πλήγματα, που να καθιστούν απαγορευτικό το επιθετικό του σχέδιο.
Με αεροσκάφη και πλοία χωρίς όπλα μακρού πλήγματος δεν υπάρχει αποτροπή.Ούτε και μέσω μιας ευρωπαικής άμυνας με συμμετοχή της Τουρκίας.
 
να «διαβάζουμε» σωστά τις εξελίξεις και να αξιοποιούμε τις ευκαιρίες 
 
[Δεν είναι πχ. δυνατόν να συμβάλλουμε από το υστέρημά μας στην άμυνα της Ουκρανίας – μιάς χώρας εκτός ΝΑΤΟ και ΕΕ – χωρίς έστω να εξαρτήσουμε τη συνδρομή μας από ακόμη ισχυρότερες εγγυήσεις και πρακτικά μέτρα αμοιβαίας συνδρομής ανάμεσα στα κ-μ της Ένωσης/ΝΑΤΟ απέναντι σε οποιαδήποτε  απειλή, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται.
Δεν είναι επίσης νοητή η ελληνική και κυπριακή αφωνία σε σχέση με τη νέα ειδική σχέση ΕΕ-Τουρκίας και την είσοδο της γείτονος στην ενωσιακή άμυνα από την πίσω πόρτα που εξυφαίνονται. Εκλείπουν σιγά σιγά οι ευκαιρίες να αξιοποιηθεί το πεδίο της ΕΕ το οποίο αποτελεί τη μόνη πηγή (μαζί με τις ΗΠΑ) για αποτελεσματικά κίνητρα/ανταλλάγματα προς την Τουρκία προκειμένου να άρει τις διεκδικήσεις της χωρίς εθνικές απώλειες.
Δηλ. πώς αλλιώς πιστεύει η κυβέρνηση που αντιτίθεται στη συναλλακτική πολιτική ότι θα άρει η Τουρκία τις διεκδικήσεις της; Θα συνέλθει ξαφνικά με τους εναγκαλισμούς και τη θετική ατζέντα; ]
Κλείνοντας, κάθε εθνική στρατηγική κρίνεται όχι από την επίπλαστη ηρεμία που εφήμερα μέχρι την επόμενη κρίση παρέχει, αλλά από το 
—αν προσκομίζει κέρδη στη χώρα επί της ουσίας και
—αν την προετοιμάζει για τα δύσκολα τα οποία διαγράφονται στον ορίζοντα.
Η τρέχουσα διαχείριση παρά τις προόδους σε ορισμένους τομείς δεν αποδίδει κέρδη και περιορίζεται στο εσωτερικό επικοινωνιακό πεδίο. Γι αυτό απαιτούνται δραστικές βελτιωτικές αλλαγές και κυρίως αλλαγή προσέγγισης. 
Γιατί το πραγματικό δίλημμα δεν είναι μεταξύ ενός πολέμου και της σημερινής πολιτικής, αλλά μεταξύ μιας πολιτικής που αποδεδειγμένα δεν επαρκεί και μιάς νέας, πιο διεκδικητικής και κερδοφόρας. 
Όπως λέγαμε και το 2004, υπάρχει καλύτερη πολιτική και την αξίζουμε!